Paradox Museum: Το διεθνοποιημενο brand των Τανιμανιδη-Καμπουριδη που στοχευει σε 55 τοποθεσιες εως το 2030

Published on: "The Total Business"

By ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΙΡΗΣ

Σε ταχέως αναπτυσσόμενο brand βιωματικής ψυχαγωγίας διεθνώς εξελίσσεται το Paradox Museum, το επιχειρηματικό εγχείρημα που ξεκίνησε το 2022 από τον Σάκη Τανιμανίδη και τον Μίλτο Καμπουρίδη με στόχο να δημιουργήσει ένα παγκόσμιο δίκτυο θεματικών χώρων εμπειρίας. Σήμερα, το brand έχει ήδη παρουσία σε 13 χώρες και 16 πόλεις, έχοντας υποδεχθεί περισσότερους από 10 εκατομμύρια επισκέπτες, ενώ ο αναπτυξιακός σχεδιασμός προβλέπει την επέκταση του δικτύου σε 55 τοποθεσίες έως το 2030.

Το Paradox Museum κινείται στο πεδίο της ψυχαγωγίας, της τέχνης, της επιστήμης και της ψυχολογίας. Πρόκειται για ένα διαδραστικό θεματικό concept, το οποίο βασίζεται σε οφθαλμαπάτες, παραδοξότητες και εκθέματα που «παίζουν» με την αντίληψη, τις αισθήσεις και τη βαρύτητα. Η εμπειρία δεν περιορίζεται στην απλή παρατήρηση, αλλά σχεδιάζεται ώστε ο επισκέπτης να συμμετέχει ενεργά, να φωτογραφίζεται, να μοιράζεται το περιεχόμενο στα κοινωνικά δίκτυα και να γίνεται μέρος της ίδιας της αφήγησης.

Καμπουριδης – Τανιμανιδης: Οι ιδρυτες του Paradox Museum

Πίσω από το εγχείρημα βρίσκονται δύο πρόσωπα με διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές διαδρομές. Ο Μίλτος Καμπουρίδης και ο Σάκης Τανιμανίδης. Ο Μίλτος Καμπουρίδης είναι επιχειρηματίας με διεθνή εμπειρία και ιδρυτής, μεταξύ άλλων, της Dolphin Capital Partners, η οποία έχει αντλήσει και διαχειριστεί κεφάλαια άνω του 1,2 δισ. ευρώ για επενδύσεις και αναπτύξεις ακινήτων σε οκτώ χώρες. Είναι επίσης συνιδρυτής και επενδυτής σε σειρά εγχειρημάτων, όπως η Enthoosia, η Inverzio, η Axia Ventures, η Milamou, η Creaid, η Trekrecord και η Omniview. Με σπουδές στο MIT και έντονη ταξιδιωτική δραστηριότητα, έχει επισκεφθεί 148 χώρες, μεταξύ των οποίων ο Βόρειος Πόλος και η Ανταρκτική.

Ο Σάκης Τανιμανίδης, έχει πολυσχιδή δραστηριότητα ως επιχειρηματίας, ταξιδιώτης, παρουσιαστής και παραγωγός, έχοντας συνδεθεί με επιτυχημένα τηλεοπτικά projects στην Ελλάδα. Είναι εκείνος που έφερε το Dragon’s Den στην ελληνική αγορά, με στόχο, όπως ο ίδιος έχει αναφέρει, την ενίσχυση της επιχειρηματικής κουλτούρας στη νεότερη γενιά. Είναι συνιδρυτής της Enthoosia μαζί με τον Μ. Καμπουρίδη, η οποία διαθέτει μουσεία σε πέντε χώρες, ενώ έχει επενδύσει ή συνιδρύσει startups στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η γεννηση του concept Paradox Museum

Η αρχική ιδέα για το Paradox Museum γεννήθηκε στη διάρκεια ταξιδιού στη Σλοβενία, όταν οι δύο συνιδρυτές επισκέφθηκαν ένα αντίστοιχο concept. Η εμπειρία αυτή λειτούργησε ως αφετηρία για τη σκέψη ότι ένα ανάλογο μοντέλο θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην Ελλάδα. Η πρώτη εφαρμογή έγινε στην Αθήνα, όπου η ανταπόκριση του κοινού επιβεβαίωσε τη δυναμική του εγχειρήματος, προσφέροντας το απαραίτητο proof of concept για τη διεθνή επέκταση.

Το αναπτυξιακό μοντέλο του Paradox Museum βασίζεται στο franchise, στοιχείο που επιτρέπει ταχύτερη γεωγραφική εξάπλωση με τοπικούς συνεργάτες, διατηρώντας παράλληλα ενιαία ταυτότητα, εμπειρία και λειτουργικά πρότυπα.

Οι αγορες που αποτελουν στοχο

Προτεραιότητα για την επόμενη φάση ανάπτυξης αποτελούν η Βόρεια Αμερική, η Μέση Ανατολή, η Λατινική Αμερική, η Αυστραλία και η Νοτιοανατολική Ασία. Καθοριστικό στοιχείο της στρατηγικής είναι ότι το Paradox Museum δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως χώρος με εκθέματα. Όπως αναφέρουν οι δημιουργοί του, ένα experiential brand δεν χτίζεται μόνο με εντυπωσιακές εγκαταστάσεις, αλλά με συναίσθημα, δυνατότητα διαμοιρασμού της εμπειρίας και συνέπεια σε κάθε αγορά όπου λειτουργεί. Με αυτή τη φιλοσοφία, το Paradox Museum επιχειρεί να μετατρέψει ένα ελληνικό επιχειρηματικό concept σε διεθνή πλατφόρμα ψυχαγωγίας, με σαφές πλάνο κλιμάκωσης για την επόμενη τετραετία.

Ενα απο τα ταχυτερα αναπτυσσομενα πεδια ψυχαγωγιας

Η αγορά του immersive entertainment, δηλαδή των βιωματικών μορφών ψυχαγωγίας που συνδυάζουν τεχνολογία, αφήγηση, εικόνα, ήχο και φυσική ή ψηφιακή εμπειρία, εξελίσσεται σε ένα από τα ταχύτερα αναπτυσσόμενα πεδία της παγκόσμιας βιομηχανίας ψυχαγωγίας. Η αξία της εκτιμάται ότι ανέρχεται σήμερα στα 95,6 δισ. δολάρια, ενώ οι εκτιμήσεις δείχνουν ανάπτυξη της τάξης του 24% μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι παίκτες επιχειρούν να τοποθετηθούν σε αυτή την αγορά. Εταιρείες τεχνολογίας, μουσικές βιομηχανίες, παραγωγοί θεαμάτων, εκδότες δικαιωμάτων και brands αναζητούν τρόπους να μετατρέψουν περιεχόμενο, καλλιτέχνες και ιστορίες σε εμπειρίες που ξεπερνούν την παραδοσιακή παρακολούθηση. Ωστόσο, η ταχεία ανάπτυξη φέρνει μαζί της και μία συνθήκη που μπορεί να επέλθει, τον κορεσμό.

Η βιομηχανία της ψυχαγωγίας έχει αναπτύξει και κατά το παρελθόν φιλόδοξα μοντέλα όπως το συγκεκριμένο. Ένα format πετυχαίνει, αναπαράγεται, η αγορά βρίθει από προτάσεις. Επί παραδείγματι, κάτι αντίστοιχο καταγράφηκε με τις immersive εκθέσεις για τον Van Gogh, που άνοιξαν τον δρόμο για αντίστοιχες παραγωγές γύρω από σχεδόν κάθε μεγάλο ζωγράφο. Το ίδιο συνέβη με τα escape rooms, τα οποία πολλαπλασιάστηκαν ταχύτατα, αλλά και με το immersive dining, όπου πολλές επιχειρήσεις επιχείρησαν να προσφέρουν εμπειρία με την προσθήκη φωτισμών, μουσικής ή τεχνητής ομίχλης.

Σήμερα, μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες ανακοινώνουν νέα immersive projects, αξιοποιώντας δικαιώματα καλλιτεχνών, ενώ τεχνολογικές εταιρείες επενδύουν σε virtual concerts ακόμη και για καλλιτέχνες που θα μπορούσαν απλώς να περιοδεύσουν κανονικά. Η επιτυχία του ABBA Voyage στο Λονδίνο λειτούργησε ως σημείο αναφοράς για ολόκληρη την αγορά. Όμως η συγκεκριμένη περίπτωση είχε έναν λόγο ύπαρξης, δεδομένου ότι οι ABBA απουσίαζαν για δεκαετίες, οι θαυμαστές τους τούς είχαν στερηθεί και η τεχνολογία ήρθε να υπηρετήσει μια πραγματική συναισθηματική ανάγκη. Σε κάθε περίπτωση, τα immersive formats είναι ισχυρά εργαλεία. Μπορούν να δώσουν νέα ζωή σε ιστορίες, καλλιτέχνες και πολιτιστικό περιεχόμενο, αρκεί να αξιοποιηθούν με φειδώ.

Source: "The Total Business"